ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ
Θεωρητικές Σημειώσεις

 

Ὁ Χρόνος καὶ ὁ Ρυθμός στὴν Ἐκκλησιαστική Βυζαντινή Μουσική

τοῦ Παναγιώτη Δ. Παπαδημητρίου

π ρ ό χ ε ι ρ η   ἔ κ δ ο σ η,  0 . 73
 

  1. Τὶ εἶναι χρόνος στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Βυζαντινὴ Μουσική;

  2. Τὶ εἶναι ὁ Ἁπλὸς Χρόνος καὶ τὶ εἶναι ὁ Μονὸς Χρόνος;

  3. Πῶς γνωρίζεται ἡ ποιότης τῆς μελωδίας;

  4. Πῶς καταμετρεῖται ὁ χρόνος στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Βυζαντινὴ Μουσική;

  5. Εἶναι δυνατὸν νὰ Ψάλλει κάποιος χωρὶς Χρόνο;

  6. Τὶ σημαίνει, «μετροῦν τὸν χρόνο κατὰ τὸν ρυθμό, τουτέστιν Εὐρωπαϊκῷ τῷ τρόπῳ»;

  7. Ποιὸς εἰσήγαγε τὸ «εὐρωπαϊκῷ τῷ τρόπῳ» μέτρημα τοῦ χρόνου στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Βυζαντινὴ Μουσική;

  8. Ὑπάρχει Ρυθμός καὶ Συνεπτυγμένος Ρυθμὸς (ἐκ Παραδόσεως) στὴν Ἐκκλησιαστική Βυζαντινή Μουσική;

  9. Πῶς ἔψελναν οἱ παλαιοὶ Ἱεροψάλτες; Κατὰ ρυθμόν ἢ κατὰ χρόνον;

  10. Ἡ ἐξήγηση τοῦ Εἱρμολογίου τοῦ Πέτρου Πελοποννησίου ἀπὸ τὸν Χρύσανθο

 

*     *     *

 

Ἐρώτησις: Τὶ εἶναι χρόνος στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Βυζαντινὴ Μουσική;

Ἀπάντησις:

1. Χρύσανθος (Θεωρητικὸν Μέγα τῆς Μουσικῆς 1832, ἔτοιμο πρὸς ἔκδοση περὶ τὸ 1816), σ. 52.

§114. Χρόνος εἶναι, κατὰ τοὺς φιλοσόφους, καταμέτρησις τῆς κινήσεως τοῦ κινουμένου. [...]

§115. Ἕκαστος χαρακτὴρ, ὅς τις φανερόνει ἕνα φθόγγον, ἐξοδεύει ἕνα χρόνον· ἡ δὲ Ὑποῤῥοὴ, ἥ τις ἐξοδεύει δύο συνεχεῖς φθόγγους, ἐξοδεύει δύο χρόνους, καὶ λαμβάνει πάλιν ἕκαστος φθόγγος αὐτῆς ἀνὰ χρόνον ἕνα.

2. Χρύσανθος (Εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Θεωρητικὸν καὶ Πρακτικὸν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, 1821), σ. 12.

β᾿. Καταμετρεῖται δὲ ὁ χρόνος, μὲ τὸ νὰ κινῆται ἡ χεὶρ ἄνω καὶ κάτω, κρούουσα τὸ γόνυ. Ὁ καιρὸς λοιπὸν, ὁποῦ ἐξοδεύεται ἀπὸ τὴν μίαν κροῦσιν ἕως εἰς τὴν ἄλλην, λογαριάζεται ἕνας χρόνος.

3. Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ (1829), σ. 51.

(γ'.) Ἕνας χαρακτὴρ ἢ μία σύνθεσις ὁποῦ φανερώνει ἕνα φθόγγον, ἐξοδεύει ἕναν χρόνον, ἡ δὲ ὑποῤῥοὴ ὁποῦ φανερώνει δύω συνεχεῖς φθόγγους, ἐξοδεύει δύω χρόνους.

(δ'.) Τὸ κλάσμα, ὅπου ἤθελε τεθῇ, θέλει ὁποῦ ὁ φθόγγος τοῦ χαρακτῆρος νὰ ἐξοδεύει δύω χρόνους, ἕνα διὰ τὸν χαρακτῆρα καὶ ἕνα διὰ τὸ κλάσμα. [...]

4. Παναγιώτης Ἀγαθοκλέους, Θεωρητικόν (Ἀθῆνα 1855), σ. 86.

[...] Εἶναι δὲ ὁ χρόνος κατὰ τοὺς Μουσικοὺς καιρὸς, ὅστις ἐξοδεύεται ἀπὸ μιᾶς κρούσεως τῆς χειρός ἕως τῆς ἀκολούθου, ὁμαλῶς κινουμένης πρὸς τὰ ἄνω, καὶ κρουούσης κατὰ τοῦ γόνατος. Μία δὲ κροῦσις καὶ μία ἄρσις εἶναι τὰ συστατικὰ τοῦ χρόνου [...].

5. Μισαὴλ Μισαηλίδου, Νέον Θεωρητικόν (ἐν Ἀθῆναις 1902), σ. 51.

Χρόνος λέγεται ἡ τακτικὴ καὶ σύγχρονος πρὸς τὴν ἐξαγγελίαν ἑκάστου φθόγγου κίνησις τῆς χειρὸς δι' ἄρσεων καὶ θέσεων.

6. Εὐθυμιάδης, Θεωρητικόν (Θεσσαλονίκη 1997), σ. 20.

Ὁ προσδιορισμὸς τῆς διαρκείας τῶν φθόγγων ὀνομάζεται χρόνος. [...]

Μία θέσις μαζὶ μὲ τὴν ἑπόμενή της ἄρσι ἀποτελοῦν ἕνα μουσικὸ χρόνο. Εἶναι, λοιπόν, ἡ θέσις καὶ ἡ ἄρσις τὰ δύο ἴσα ἡμιχρόνια τοῦ μουσικοῦ χρόνου.

7. Ἀστέριος Κ. Δεβρελῆς (Μέθοδος, Θεσσαλονίκη 1989), σ. 74.

Χρόνος λέγεται ἡ σταθερὴ καὶ εὔτακτη κίνηση τοῦ χεριοῦ μὲ ἄρσεις καὶ θέσεις ἀναφορικὰ μὲ τὴν ἐξαγγελία τῶν φθόγγων. Κάθε χαρακτήρας ἔχει ἀξία μιᾶς χρονικῆς μονάδας, δηλαδὴ ἑνὸς χρόνου (μιᾶς θέσης καὶ μιᾶς ἄρσης).

Δὲς ἐπίσης [Πρόγραμμα ταχύρρυθμης ἐκμάθησης..., Θεσσαλονίκη 1990)]: Ἀναλυτικὰ παραδείγματα ἁπλοῦ χρόνου, σ. 9, 10.

8. Δημήτριος Ἰωαννίδης, Θεωρητικόν (Ἀθῆναι 2005), σ. 22.

"...Χρόνος, λέγεται ἡ διάρκεια ποὺ ἔχει κάθε χαρακτήρας κατὰ τὴν ἐκτέλεσή του. Ὁ χρόνος διαιρεῖται σὲ 2 μέρη: Στὴ Θέση καὶ στὴν Ἄρση.

Θέση λέγεται τὸ κάτω σημεῖο τοῦ χρόνου (δηλαδὴ τὸ κτύπημα τοῦ χεριοῦ στὸ τραπέζι ἢ στὸ πόδι μας). Ἄρση λέγεται τὸ πάνω σημεῖο τοῦ χρόνου (δηλαδὴ ὅταν σηκώνουμε τὸ χέρι).

Κάθε χαρακτήρας ποσότητος, δικαιοῦται ἕναν (1) ὀλόκληρο χρόνο (δηλαδή μία Θέση καὶ μία Ἄρση). Ἕνας λοιπόν ὀλόκληρος χρόνος, μία θέση καὶ μιὰ ἄρση, ἰσχύουν γιὰ κάθε χαρακτήρα τῆς Β.Μ. Ὅλα τὰ ἄλλα περὶ συνεπτυγμένων μέτρων καὶ ρυθμῶν, εἶναι ἀνυπόστατα τερτίπια τῶν Εὐρωπαϊστῶν καὶ τίποτε ἄλλο".

9. Θρασύβουλος Στανίτσας (ἀπὸ συνέντευξη, Φεβρ. 1987 - Χρήστος Ἀ. Τσιούνης).

«κάθε χαρακτῆρας μὲ ἁπλὸ χρόνο βέβαια ἔχει μιὰ θέση καὶ μιὰ ἄρση».

10. Μὲ ἁπλὰ λόγια, σύμφωνα με τὶς ἀνωτέρω ἀναφορές:

Ἕνας Χρόνος = Ἕνας φθόγγος (τὸ '=' σημαίνει ἰσοδυναμεῖ σὲ χρονική διάρκεια).

Δύο Χρόνοι = Δύο φθόγγοι ἢ ἕνας φθόγγος μὲ κλάσμα ἢ ἕνας φθόγγος μὲ ἁπλή.

κτλ.

*     *     *

Έρώτησις: Τὶ εἶναι ὁ Ἁπλὸς Χρόνος καὶ τὶ εἶναι ὁ Μονὸς Χρόνος;

Ἀπάντησις:

Πρόκειται περὶ τοῦ ἰδίου καὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος (δές ἐδώ), ἁπλὰ ὁ ὅρος «μονὸς χρόνος» ἐμφανίζεται στὸ βιβλίο τοῦ κ. Νεραντζῆ ὡς ἐναλλακτικὴ ὀρολογία τοῦ Ἁπλοῦ Χρόνου (δὲς καὶ τὰ ἠχητικὰ παραδείγματα παρακάτω).

 

*     *     *

Ἐρώτησις: Πῶς γνωρίζεται ἡ ποιότης τῆς μελωδίας;

Ἀπάντησις:

1. Χρύσανθος (Εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Θεωρητικὸν καὶ Πρακτικὸν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, 1821), σ. 12.

α᾿. Γνωρίζεται τὸ ποιὸν τῆς μελῳδίας διττῶς· διὰ τῆς καταμετρήσεως τοῦ χρόνου, ὁποῦ ἐξοδεύεται εἰς τὴν μελῳδίαν, καὶ διὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐξαγωγῆς τῶν φθόγγων. Διὰ τοῦτο καὶ αἱ ὑποστάσεις, ἤγουν τὰ σημεῖα δι' ὧν γράφεται τὸ ποιὸν τῆς μελῳδίας, εἶναι ἄλλαι μὲν ἔγχρονοι, ἄλλαι δὲ, ἄχρονοι.

2. Χουρμούζιος Χαρτοφύλακας (1829), σ. 50 (α').

Γνωρίζεται ἡ ποιότης τῆς μελῳδίας διττῶς: ἀπὸ τὴν καταμέτρησιν τοῦ χρόνου, ὁποῦ ἐξοδεύεται εἰς τὴν μελῳδίαν, καὶ ἀπὸ τοῦ τρόπου τῆς ἐξαγωγῆς τῶν φθόγγων.

3. Θεόδωρος Φωκαεύς, Κρηπίς (Θεσσαλονίκη 1912), σ. 23.

Ἐρ. Ἡ ποιότης ἁπλῶς ἀπὸ πόσα τινὰ γνωρίζεται;

Ἀπ. Ἀπὸ δύο· οἷον ἀπὸ τὴν καταμέτρησιν τοῦ χρόνου, ἤγουν τοῦ καιροῦ, ὅστις ἀπερνᾷ εἰς τὴν μελωδίαν, καὶ ἀπὸ τὸν τρόπον τῆς ἐκφωνήσεως τῶν φθόγγων, ἐν ᾧ ψάλλεται τὸ μέλος.

4. Μὲ ἁπλὰ λόγια, σύμφωνα με τὶς ἀνωτέρω ἀναφορές:

Ἡ ποιότητα, τὸ ἄκουσμα δηλαδὴ τῆς μελωδίας, ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ δύο πράγματα:

1. Καταμέτρηση τοῦ χρόνου.

2. Τρόπος ἐξαγωγῆς τῶν φθόγγων ἐνῶ ψάλλουμε τὸ μέλος.

 

*     *     *

Ἐρώτησις: Πῶς καταμετρεῖται ὁ χρόνος στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Βυζαντινὴ Μουσική;

Ἀπάντησις:

1. Χρύσανθος (Θεωρητικὸν Μέγα τῆς Μουσικῆς 1832, ἔτοιμο πρὸς ἔκδοση περὶ τὸ 1816), σ. 52.

§114. [...]. Ἐν ᾧ λοιπὸν ἀπαγγέλεται τὸ μέλος, ἄς κινῆται ἤ ὁ ποῦς [σημ. ΠΔΠ: εἴμαστε κατὰ τῆς κινήσεως τοῦ ποδός], ἤ ἡ χεὶρ τοῦ μουσικοῦ πρὸς τὰ ἄνω καὶ πρὸς τὰ κάτω, κρούουσα τὸ γόνυ· καὶ μετρουμένη ἡ κίνησις τῆς χειρός, ἀποδίδει τὸν χρόνον· διότι ὁ καιρὸς ὅς τις ἐξοδεύεται ἀπὸ τὴν μίαν κροῦσιν ἕως εἰς τὴν ἄλλην, λογαριάζεται ἕνας χρόνος.

2. Χρύσανθος (Εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Θεωρητικὸν καὶ Πρακτικὸν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, 1821), σ. 12.

β᾿. Καταμετρεῖται δὲ ὁ χρόνος, μὲ τὸ νὰ κινῆται ἡ χεὶρ ἄνω καὶ κάτω, κρούουσα τὸ γόνυ. Ὁ καιρὸς λοιπὸν, ὁποῦ ἐξοδεύεται ἀπὸ τὴν μίαν κροῦσιν ἕως εἰς τὴν ἄλλην, λογαριάζεται ἕνας χρόνος.

3. Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ (1829), σ. 51.

(β'.) Καταμετρεῖται δὲ ὁ χρόνος μὲ τὸ νὰ κινῆται ἡ χεὶρ ἄνω καὶ κάτω, κρούουσα τὸ γόνυ. Λοιπόν ὁ καιρός, ὁποῦ ἐξοδεύεται ἀπὸ τὴν μίαν κροῦσιν ἕως τὴν ἄλλην λογαριάζεται ἕνας χρόνος.

4. Θεόδωρος Φωκαεύς, Κρηπίς (Θεσσαλονίκη 1912), σ. 29, σ. 30, σ. 31.

[...] Μετρεῖται ὁ χρόνος ἤγουν ὁ καιρὸς εἰς τὴν Μουσικὴν ὅταν ἡ χεὶρ κινῆται κάτω καὶ ἄνω μὲ εὐταξίαν τύπτουσα τὸ γόνυ· ὁ δαπανώμενος καιρὸς λοιπὸν τῆς πρώτης θέσεως, ἤγουν τοῦ κρούσματος, ὅστις γίνεται διὰ τῆς χειρός, ἕως τὴν τελείαν ἄρσιν, ὅπου ἄρχεται ἡ χεὶρ νὰ καταβαίνῃ πρὸς τὴν θέσιν, ἐννοεῖται ἕνας χρόνος καί, ἄρχεται νὰ μετρεῖται ὁ δεύτερος· διὰ τοῦτο τὸ ἐκτελεστικὸν αἴτιον τοῦ χρόνου εἶναι ἡ πᾶσα κροῦσις, εἴτε τῆς ἐμφώνου Μουσικῆς εἴτε τῶν ὀργάνων [...]

5. Δημήτριος Ἐμμ. Νεραντζῆς, Συμβολή στὴν ἐρμηνεία τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Μέλους (Ἠράκλειον Κρήτης 1997), σ. 190-194:

[...] Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ αἰώνα μας ἡ μουσική μας δανείστηκε ἀπὸ τὴν εὐρωπαϊκὴ τὸ γνωστὸ τρόπο ποὺ μετροῦμε τὸ 2σημο, 3σημο καὶ 4σημο ρυθμό. Ὁ Ἰούλιος Ἔνιγγ στὸ "ἐγχειρίδιο φωνητικῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς" στὸ κεφάλ. "περὶ ρυθμοῦ" (σελ. 10-14) γράφει ότι:

«Ὁ δίμετρος ρυθμὸς ἔχει θέσιν καὶ ἄρσιν. Ἕν ἰσχυρὸν καὶ ἕν ἀσθενὲς πάθος. Ὁ τρίμετρος ἔχει θέσιν, ἠμίαρσιν καὶ ἄρσιν. Ἕν ἰσχυρόν, ἕν ἀσθενές καὶ ἕν ἀσθενέστατον. Ὁ τετράμετρος ἔχει θέσιν, ἠμίαρσιν, δευτέραν ἠμίαρσιν καὶ ἄρσιν. Ἕν ἰσχυρὸν πάθος, ἕν ἀσθενές, ἕν ημιϊσχυρόν καὶ ἕν ἀσθενέστατον».

Οἱ πιὸ πάνω κανόνες ρυθμικῆς ἔκφρασης ἔχουν ἐφαρμογὴ μόνο στὴ χορευτικὴ μουσική. Στὴν Ἐκκλησία πρέπει να μετροῦμε μὲ διακριτικότητα μονὸ χρόνο.

Εἶναι ἀνώφελο νὰ μετροῦμε τὸ χρόνο μὲ τὶς κινήσεις τῆς Εὐρωπαϊκῆς Μουσικῆς, γιατὶ ἐνὼ ὁ χρόνος εἶναι ἴδιος, χάνεται ὁ παλμὸς τοῦ μονοῦ χρόνου, ποὺ δίνει στὸ μέλος ἰδιαίτερη χάρη. Ὁ μονὸς χρόνος εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ μέλους. Οἱ χτύποι στὸ μονὸ χρόνο εἶναι ἰσόχρονοι ἀντίθετα μὲ τὶς κινήσεις τῆς Εὐρωπαϊκῆς Μουσικῆς, ὅπου εἶναι ἀδύνατο νὰ πετύχεις παλμὸ λόγῳ τῆς ἰσχυρῆς θέσης καὶ τῆς ἀσθενοῦς ἄρσης. [...]

6. Παναγιώτης Ἀγαθοκλέους, Θεωρητικόν (Ἀθῆνα 1855), σ. 86.

Ὅλα τὰ ἐκκλησιαστικὰ μέλη ψάλλονται δι' ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ χρόνου, τοῦ ἔχοντος δηλαδὴ τὴν κίνησιν τῆς χειρὸς ἴσην, δι' ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ῥυθμοῦ, χωρὶς ἄλλων ῥυθμικῶν ποικιλιῶν [ΠΔΠ: μὲ αὐτὸ νομίζουμε ἐπεξηγεῖ τὸ προηγούμενο, δηλ. ψάλλουμε ἀπλῶς κινώντας τὴν χεῖρα ἄνω καὶ κάτω, χωρὶς τὶς ποικιλίες τῆς Εὐρωπαϊκῆς καὶ Ἐξωτερικῆς μουσικῆς, ὅπου χρησιμοποιοῦνται ἀκόμη καὶ αἱ δύο χεῖρες καὶ οἱ δύο πόδες (!) γιὰ τὴν καταμέτρηση τοῦ χρόνου, τὴν ὁποῖαν καταμέτρησιν χρόνου τὴν ταυτίζουν μὲ τὸν ρυθμό]· διότι ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ εἶναι μελῳδία, ἤτοι ἄῤῥυθμος πλοκὴ φθόγγων. Καὶ διὰ τοῦτο ἐνταῦθα λόγος περὶ ῥυθμικῆς δὲν γίνεται.

7. Κυριακὸς Φιλοξένους, Θεωρητικόν (Κωνσταντινούπολη, 1859), σ. 43.

§48. Μετρεῖται ὁ χρόνος καθ' ἡμᾶς ψάλλοντας μὲν ἐν καιρῷ τῷ δέοντι καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐπὶ τοῦ ἀέρος, ἐν δὲ τῇ παραδόσει, καθὼς καὶ εἰς τοὺς ἐξωτερικοὺς μουσικοὺς, ἐπὶ τῶν γονάτων, ἢ ἐπὶ τῆς τραπέζης, ὄχι ὅμως καὶ ὡς τὰ μέτρα ἐκείνων κατὰ τὸν ἐλάχιστον καὶ μείζονα, ἢ μακρὸν καὶ βραχὺν χρόνον, ἀλλ' ἁπλῶς καὶ μονοτρόπως διὰ κινήσεως τῆς μιᾶς χειρός. Διότι οἱ Τουρκοάραβες μεταχειρίζονται τὸν χρόνον εἰς τὰς αὐτῶν παραδόσεις διὰ τῆς κινήσεως τῶν δύο χειρῶν, φανερόνοντες διὰ τῶν χαρακτηριστικῶν σημείων τούτων Ο Ι, τὴν ἄρσιν καὶ θέσιν ἑνὸς ἑκάστου χρόνου [...].

8. Εὐθυμιάδης (Θεσσαλονίκη 1997), σ. 20.

Τὸ μέτρημα τοῦ χρόνου γίνεται μὲ ἰσόχρονες ρυθμικὲς κινήσεις τοῦ χεριοῦ πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ πρὸς τὰ κάτω. Ἡ κίνησις τοῦ χεριοῦ πρὸς τὰ ἐπάνω ὀνομάζεται ἄρσις. Ἡ κίνησις τοῦ χεριοῦ πρὸς τὰ κάτω ὀνομάζεται θέσις. Μία θέσις μαζὶ μὲ τὴν ἑπόμενή της ἄρσι ἀποτελοῦν ἕνα μουσικὸ χρόνο. [...]

Ἄν τὸ χέρι μας, ποὺ ἐκτελεῖ τὶς κινήσεις τῆς θέσεως καὶ τῆς ἄρσεως, χτυπᾶ σὲ κάθε θέσι σ' ἕνα σταθερὸ ἐμπόδιο (στὸ γόνατο, στ' ἄλλο μας χέρι, στὸ θρανίο κλπ), κάθε χτύπος σημειώνει κι' ἕνα μουσικὸ χρόνο ἢ, ὅπως ἀπλούστερα λέμε, ἕνα χρόνο, γιατὶ γιὰ νὰ ἐπακολουθήση ὁ ἑπόμενος χτύπος, τὸ χέρι μας θὰ κινηθῆ, ἀναπόδραστα, πρὸς τὰ ἐπάνω, ἐκτελῶντας, κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο, καὶ τὴν ἄρσι.

9. Παναγιωτόπουλος (Ἀθῆναι 1997 στ' ἔκδοσις), σ. 64-65.

Ὁ χρόνος καταμετρεῖται συνήθως μὲ κροῦσιν τῆς δεξιᾶς χειρὸς ἐπὶ τοῦ γόνατος (ὅταν ὁ ψάλλων κάθηται) ἢ ἐπὶ τῆς παλάμης τῆς ἀριστερᾶς χειρός [ΠΔΠ: ἢ καὶ ἀπλὰ χτυπώντας ἐλαφρὰ τὸν δείκτη στὸ βιβλίο]. Ἑπομένως διὰ τὴν καταμέτρησιν ἡ χεὶρ κινεῖται πρὸς τὰ κάτω καὶ πρὸς τὰ ἄνω. Καὶ ἡ μὲν πρὸς τὰ κάτω κίνησις τῆς χειρὸς λέγεται θέσις, ἡ δὲ πρὸς τὰ ἄνω ἄρσις. Εἶναι δὲ ἐντελῶς ἰσόχρονοι αἱ δύο αὐταὶ κινήσεις καὶ διὰ τοῦτο ἕκαστος χρόνος ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο ἴσα μέρη ἢ ἠμιχρόνια. [Καὶ δίνει λεπτομερέστατη περιγραφὴ μετὰ διαγράματος]

10. Δημήτριος Ἰωαννίδης, Θεωρητικόν (Ἀθῆναι 2005), σ. 25.

Ἔστω δύο ἴσα μὲ ἀρχικὴ μαρτυρία Νη: «Χτυπάμε τὸ χέρι κάτω καὶ λέμε Νη. Τὸ η τὸ βαστᾶμε μέχρι τὸ χέρι μας νὰ φτάσει στὸ πάνω σημεῖο τῆς ἄρσης. Τὸ ξαναχτυπᾶμε καὶ ἐπαναλαμβάνουμε τὰ ἴδια ὅπως πρῶτα».

Ἔστω πάλι δύο ἴσα μὲ ἀρχικὴ μαρτυρία Νη, καὶ στὸ δεύτερο ἴσον ὑπάρχει γοργόν: «Χτυπώντας τὸ χέρι στὴ θέση, προφέρουμε Νη καὶ μέχρι νὰ φτάσει στὸ πιὸ ψηλὸ σημεῖο (τὸ χέρι μας) τῆς ἄρσης, λέμε πάλι Νη».

11. Ἀστέριος Κ. Δεβρελῆς (Πρόγραμμα ταχύρρυθμης ἐκμάθησης..., Θεσσαλονίκη 1990), σ. 9, 10.

Ἀναλυτικὰ παραδείγματα ἁπλοῦ χρόνου, σ. 9, 10.

12. Χαράλαμπος Καρακατσάνης, Βυζαντινὴ Ποταμηΐς, Τόμος Ζ', Κρατηματάριον (Ἀθῆναι 2000), σελ. xxxiv.

Ὡς εἶναι γνωστόν, ὁ τρόπος δι' οὗ ἐψάλλοντο τὰ μαθήματα πρὸ τῆς χρήσεως τῶν ρυθμῶν, (ὅστις ρυθμὸς ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τῶν Νηλέως Καμαράδου καὶ Κωνσταντίνου Ψάχου), ἦτο ὁ τοῦ ἁπλοῦ χρόνου, καθ' ὃν ἕκαστος χρόνος ἦν αὐτοτελῆς ἔχων θέσιν καὶ ἄρσιν. Εἷς χρόνος = θέσις ¯ καὶ ἄρσις ­.  Ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ γοργοῦ ὁ πρῶτος φθόγγος ἐλαμβάνετο εἰς τὴν θέσιν ὁ δὲ ἕτερος, ὁ φέρων ἐπ' αὐτοῦ τὸ γοργόν, εἰς τὴν ἄρσιν.

13. Μανόλης Κ. Χατζηγιακουμῆς, Μνημεῖα Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, Ἀνθολογία Ὀγδόη, Ἀθήνα 1999, σελ. 27.

Ἕνα δεύτερο στοιχείο, ἐξίσου σημαντικὸ εἶναι τὸ παλαιότροπο ὕφος, συγκεκριμένα ἡ κατὰ τρόπον ἰσοσθενῆ καὶ πεποικιλμένον ἐκφορὰ καὶ ἀπαγγελία τῶν μελῶν.

14. Κωνσταντῖνος Ψάχος, στὸν λόγο του περὶ ρυθμοῦ στὰ 1899:

Γνωρίζω ὅτι πολλοὶ συνάδελφοί μου θὰ ἐκπλαγῶσιν ἀκούοντες ρυθμοὺς εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ὐμῶν, νομίζοντες ὅτι ταῦτα ψάλλονται δι' ἁπλῆς καὶ μόνης καταμετρήσεως τοῦ χρόνου. Καὶ ἐγὼ αὐτός -τὸ ὀμολογῶ- οὑτωσὶν ἐδιδάχθην καὶ οὔτως ἐπίστευον ἐπὶ πολὺν καιρόν, ὅτι τὰ μέλη ἡμῶν ψάλλονται διὰ κρούσεως πάντων ἀνεξαιρέτως τῶν χρόνων, ἄνευ διακρίσεως δυνατοῦ καὶ ἀδυνάτου.

15. Ἠχητικὰ παραδείγματα:

 

Ἠχητικὸ παράδειγμα ἀπὸ μάθημα τοῦ κ. Δημητρίου Νεραντζῆ

Ἠχητικὸ παράδειγμα ἀπὸ μάθημα τοῦ κ. Δημητρίου Ἰωαννίδη.

Ἠχητικὸ παράδειγμα ἀπὸ πρόβα τῆς χορωδίας τοῦ Θρασυβούλου Στανίτσα.

 

16. Καταμέτρηση τοῦ Χρόνου στὴν Ἐκκλησία:

Ἂς σημειωθεῖ ἐδὼ, πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων, ὅτι αὐτοὶ ποὺ μαθαίνουν τὴν παραδοσιακὴ καταμέτρηση τοῦ Χρόνου, μετὰ ἀπὸ περίπου 1-2 χρόνια ἐκμάθησης (ὄντας ἀκόμη μαθητές) «μπαίνει» ὁ Χρόνος «μέσα τους», καὶ πλέον δὲν μετράνε εἴτε ψάλλουν ἀργὰ, εἴτε γρήγορα μέλη καὶ ἐν τούτοις ψάλλουν ρυθμικώτατα. Ὡς ἐκ τούτου δὲν μετροῦν στὴν Ἐκκλησία. Κατ' ἄκραν οἰκονομίαν θὰ μποροῦσε κάποιος ἀρχάριος νὰ μετράει τὸν χρόνο, διακριτικότατα, χτυπῶντας ἀπλὰ τὸ δάχτυλό του ἐπὶ τοῦ μουσικοῦ βιβλίου ἢ ἐπὶ τοῦ στηρίγματος τῶν βιβλίων τοῦ Ἀναλογίου.

 

*     *     *

Ἐρώτησις: Ἐγὼ λέω ὅτι αὐτὸ ποὺ μᾶς λές "2 κινήσεις = 1 χρόνος" εἶναι δική σου θεωρία! Αὐτὸ ποὺ λένε στὶς παραπάνω ἀναφορὲς εἶναι 1 κίνηση = 1 χρόνος. Τῖ ἔχεις νὰ πεῖς περὶ τούτου;

Ἀπάντησις:

Ἀπὸ ὅλες τὶς παραπάνω ἀναφορὲς θὰ πάρω ὡς παράδειγμα τὸ τοῦ Χρυσάνθου (Εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Θεωρητικὸν καὶ Πρακτικὸν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, 1821), σ. 12), διότι καὶ οἱ ἄλλες τὰ ἴδια λένε:

Λέει στὸ πρωτότυπο: «Καταμετρεῖται δὲ ὁ χρόνος, μὲ τὸ νὰ κινῆται ἡ χεὶρ ἄνω καὶ κάτω, κρούουσα τὸ γόνυ. Ὁ καιρὸς λοιπὸν, ὁποῦ ἐξοδεύεται ἀπὸ τὴν μίαν κροῦσιν ἕως εἰς τὴν ἄλλην, λογαριάζεται ἕνας χρόνος.»

Δηλαδὴ μὲ ἀπλὰ λόγια, καταμετρεῖται ὁ χρόνος μὲ τὸ νὰ κινεῖται τὸ (ἕνα καὶ τὸ αὐτό) χέρι πάνω καὶ κάτω, χτυπώντας τὸ (ἕνα καὶ τὸ αὐτό) γόνατο. Ὁ καιρὸς λοιπόν που δαπανᾶται ἀπὸ τὸ ἕνα χτύπημα μέχρι τὸ ἐπόμενο, λογαριάζεται ἕνας χρόνος.

Λέει λοιπόν ὅτι Ἕνας χρόνος = Καιρός ἀπὸ τὸ ἕνα χτύπημα μέχρι τὸ ἐπόμενο.

Πόσες λοιπὸν κινήσεις θὰ κάνουμε ἀπὸ τὸ ἕνα χτύπημα μέχρι τὸ ἐπόμενο, δεδομένου ὅτι τὸ χέρι κινείται πάνω-κάτω καὶ χτυπάει πρὸς τὰ κάτω τὸ γόνατο;

Σαφῶς δύο. Ἄρα "2 κινήσεις = 1 χρόνος".

 

*     *     *

Ἐρώτησις: Πῶς νὰ προλάβει τὸ χέρι νὰ χτυπάει τὸν Χρόνο, ὅταν ψέλνουμε τοὺς Κανόνες (σὲ ταχεία ἀγωγή); 

Ἀπάντησις:

Αὐτὸ εἶναι λογικὴ ἀπορία αὐτῶν ποὺ ἔχουν διδαχθεῖ νὰ μετροῦν τὸν χρόνο «εὐρωπαϊκῷ τῷ τρόπω». Γιὰ κάποιον ὅμως ποὺ ἔχει διδαχθεῖ ἀπὸ μαθητὴς τὸ παραδοσιακὸ μέτρημα τοῦ χρόνου (ἀκόμη και γιὰ τοὺς τριτοετεῖς μαθητές ποὺ ἔχουν διδαχθεῖ παραδοσιακά), αὐτὸ ἀκούγεται ἀστεῖο.

Ὁ λόγος εἶναι ὅτι μετρώντας κάποιος τὸν χρόνο παραδοσιακά (μετρώντας Ἁπλὸ Χρόνο ἢ ἰσοδύναμα μονὸ χρόνο ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ ὁ κ. Νεραντζῆς), μετὰ ἀπὸ περίπου 1-2 χρόνια ἐξάσκησης «μπαίνει» τὸ μέτρημα «μέσα του», καὶ πλέον δὲν χρειάζεται νὰ μετράει (!) εἴτε ψέλνει ἀργὰ, εἴτε γρήγορα μέλη.

 

*     *     *

Ἐρώτησις: Ὑπάρχουν ἐπίσης ἄλλες ἀπόψεις Καταμετρήσεως τοῦ Χρόνου στὰ παλαιὰ θεωρητικά;

Ἀπάντησις:

1. Θεόδωρος Φωκαεύς, Κρηπίς (Θεσσαλονίκη 1912, ἀπὸ τὴν β' ἔκδοση τοῦ 1864. α' ἔκδοση 1842).

Δὲν μιλάει καθόλου γιὰ ἄλλη καταμέτρηση χρόνου (π.χ. εὐρωπαϊκῷ τῷ τρόπῳ) πέραν τῆς προαναφερθεῖσης (σ. 29), σύμφωνα μὲ τὴν ἔρευνά μας.

Νὰ σημειώσουμε ὅτι ἡ Κρηπίδα τοῦ Φωκαέως ἦταν τὸ κατὰ κόρον χρησιμοποιούμενο θεωρητικὸ βιβλίο πρὸ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ βιβλίου τοῦ Μαργαζιώτου.

2. Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ (1829).

Δὲν μιλάει καθόλου γιὰ ἄλλη καταμέτρηση χρόνου (π.χ. εὐρωπαϊκῷ τῷ τρόπῳ) πέραν τῆς προαναφερθεῖσης (σ. 51), σύμφωνα μὲ τὴν ἔρευνά μας.

3. Χρύσανθος (Εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Θεωρητικὸν καὶ Πρακτικὸν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, 1821).

Δὲν μιλάει καθόλου γιὰ ἄλλη καταμέτρηση χρόνου (π.χ. εὐρωπαϊκῷ τῷ τρόπῳ) πέραν τῆς προαναφερθεῖσης (σ. 12), σύμφωνα μὲ τὴν ἔρευνά μας.

4. Χρύσανθος (Θεωρητικὸν Μέγα τῆς Μουσικῆς, ἔτοιμο πρὸς ἔκδοση περὶ τὸ 1816).

Ὁ Χρύσανθος στὸ «Θεωρητικὸν Μέγα τῆς Μουσικῆς» (σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὸ ἄλλο ποὺ τιτλοφορεῖται τῆς «Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς»), μιλάει γιὰ τέσσερις (4) διαφορετικὲς καταμετρήσεις χρόνου, καὶ σύγχυσε τὸν Ἱεροψαλτικὸ κόσμο τῆς μετὰ ἀπὸ αὺτόν ἐποχῆς:

α. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α' - Περὶ τῆς ἐν τῇ Μελῳδίᾳ ποιότητος, σ. 52:

«Ἐν ᾧ λοιπὸν ἀπαγγέλεται τὸ μέλος, ἂς κινῆται ἢ ὁ ποῦς, ἢ ἡ χεὶρ τοῦ μουσικοῦ πρὸς τὰ ἄνω καὶ πρὸς τὰ κάτω, κρούουσα τὸ γόνυ· καὶ μετρουμένη ἡ κίνησις τῆς χειρός, ἀποδίδει τὸν χρόνον· διότι ὁ καιρὸς ὅς τις ἐξοδεύεται ἀπὸ τὴν μίαν κροῦσιν ἕως εἰς τὴν ἄλλην, λογαριάζεται ἕνας χρόνος».

Αὐτὴ ἡ μέθοδος εἶναι ὁ γνωστὸς μας ἁπλὸς χρόνος (ἢ ἰσοδύναμα μονὸς χρόνος κατὰ τὸν κ. Νεραντζῆ).

Παρακάτω, στὸ Β' Κεφάλαιον, Περὶ Ὑποστάσεων, καὶ στὴν §127 (σ. 56, 57), ἐπεξηγεῖ ὁ Χρύσανθος τὴν παραπάνω μέθοδο ἐπὶ τὴν συμπλοκή ἑνὸς ἴσου μετὰ ἀποστρόφου ποὺ ἔχει γοργόν καὶ ἁπλήν (τοῦ ἴσου προηγεῖται βαρεῖα).

Φαίνεται ἐδὼ καθαρὰ ὅτι ὁ Χρύσανθος ὀμιλεῖ γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσική, καὶ ἀπὸ τὸ παράδειγμα καταμέτρησης τοῦ Χρόνου στὰ σημάδια τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς, καὶ ἀπὸ τὴν φράση «ἐν ᾧ λοιπὸν ἀπαγγέλεται τὸ μέλος», καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ αὐτὴν τὴν μέθοδο καὶ μόνο ὀμιλεῖ στὸ μεταγενέστερο θεωρητικό του «τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς» τὸ ἀποκαλούμενο καὶ «μικρό».

β. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ' - Περὶ Χρόνων, σ. 65, 66:

«Μετροῦνται δὲ οἱ χρόνοι διὰ τῆς θέσεως, καὶ διὰ τῆς ἄρσεως. Καὶ ὅταν μὲν ὁ ἐλάχιστος χρόνος εἶναι ἐν τῇ θέσει, σημαίνεται τὸ 0· ὅταν δὲ ἐν τῇ ἄρσει, τῷ 1· καὶ διὰ τὴν μὲν θέσιν πλήττομεν τὸ δεξιὸν γόνυ μὲ τὴν δεξιὰν χεῖρα· διὰ δὲ τὴν ἄρσιν πλήττομεν τὸ ἀριστερὸν γόνυ μὲ τὴν ἀριστερὰν χεῖρα [ὑποσ. α'. Εἰ ἔστιν ἄρσις, πῶς πλήττομεν τὸ γόνυ; Οἱ μὲν παλαιοὶ ἐγυμνάζοντο τοὺς ῥυθμοὺς μὲ ἄλλον τρόπον· ἡμεῖς ὅμως ζητοῦντες τὸ εὔκολον, ἀκολουθοῦμεν τὸν τωρινὸν τρόπον]. Προφέρομεν δὲ διὰ τὴν γύμνασιν τοῦ ῥυθμοῦ εἰς τοὺς ἀρχαρίους τὴν μὲν κροῦσιν τῆς θέσεως, Δούμ· τὴν δὲ κροῦσιν τῆς ἄρσεως, Τέκ [ὑποσ. β'. Ὀθωμανικαὶ λέξεις εἶναι τὸ Δοὺμ, καὶ τὸ Τέκ. Αἱ δὲ τοιαῦται προφοραὶ γίνονται, ἕως οὗ νὰ γυμνασθῇ ὁ μαθητὴς τὸν ῥυθμόν. Ἔπειτα σιωπῶνται μὲν αὐταὶ, λέγονται δὲ αἱ συλλαβαὶ τοῦ ᾄσματος].

Παρακάτω, στὴν §153 (σ. 68), ἐπεξηγεῖ ὁ Χρύσανθος τὴν Δούμ-Τέκ μέθοδο ἐπὶ τὸ παράδειγμα ἑνὸς ποδός (παρότι τοὺς πόδες τοὺς ἀναλύει στὸ ἀμέσως ἐπόμενο κεφάλαιο).

Αὐτὸ τὸ μέτρημα τοῦ χρόνου ἀναφέρεται στοὺς Τούρκους τραγουδιστές ἀπὸ τὶς Popescu-Judetz & Sirli, σ.15, καὶ οἱ λέξεις Δοὺμ καὶ Τὲκ εἶναι δανεισμένες ἀπὸ τὰ τούρκικα οὐσούλια. Ἐπίσης δές [Touma, The music of the Arabs, σ. 49].

Παρόμοια γράφει καὶ ὁ Κυριακὸς Φιλοξένους (Θεωρητικὸν στοιχειώδες..., σ. 43): «Διότι οἱ Τουρκοάραβες μεταχειρίζονται τὸν χρόνον εἰς τὰς αὐτῶν παραδόσεις διὰ τῆς κινήσεως τῶν δύο χειρῶν, φανερόνοντες διὰ τῶν χαρακτηριστικῶν σημείων τούτων Ο Ι, τὴν ἄρσιν καὶ θέσιν ἑνὸς ἑκάστου χρόνου. Καὶ τὸ μὲν Ο, παριστάνει τὴν θέσιν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκφωνοῦσι τό, Τούμ· τὸ δε Ι, τὴν ἄρσιν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκφωνοῦσι τό, Τέκ».

Φαίνεται ἐπίσης ὅτι ὁ Χρύσανθος ἐδὼ γράφει γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ μουσική: «λέγονται δὲ αἱ συλλαβαὶ τοῦ ᾄσματος» (ἄλλωστε το Μέγα Θεωρητικὸ εἶναι τῆς «Μουσικῆς», καὶ ὄχι τῆς «Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς» ὡς τὸ ἕτερον καὶ μεταγενέστερον θεωρητικὸν τοῦ Χρυσάνθου). Οὐδὲν τὸ παράξενον, καθότι λίγο νωρίτερα οἱ πρώτοι ποὺ (εἶναι γνωστὸ ὅτι) εἶχαν ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν σύγκριση Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς καὶ Ἐξωτερικῆς ἦσαν οἱ Παναγιώτης Χαλάτζογλου (Πρωτοψάλτης τῆς Μ.τ.Χ.Ε.) στὰ περίπου 1720, καὶ ὁ μαθητὴς του Κύριλλος Μαρμαρινός (Ἀρχιεπίσκοπος Τῆνου) περίπου στὰ 1750 [Popescu-Judetz & Sirli].

Ἂς μὴν ξεχνάμε ὅτι ὁ Χρύσανθος τύγχανε, κατὰ τὸν Γεώργιο Παπαδόπουλο (σ. 333), «ἐγκρατὴς ἐν μέρει καὶ τῆς εὐρωπαϊκῆς καὶ ἀραβοπερσικῆς μουσικῆς, χειριζόμενος δὲ δεξιῶς τὸν εὐρωπαϊκὸν πλαγίαυλον καὶ τὸ ἀραβοπερσικὸν νέϊ», καὶ ὡς ἐκ τούτου καὶ ἀπὸ τὸ Μέγα Θεωρητικό του δὲν λείπουν ἐκτενεῖς ἀναφορὲς στὶς ἐν λόγῳ μουσικές (τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι δὲν κάνει σαφὴ διάκριση στὸ Μέγα Θεωρητικό του τῆς «Μουσικῆς», μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἔχει προκαλέσει μεγίστη σύγχυση).

γ. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η' - Περὶ Μέτρων, σ. 72, 73:

«Μίαν μὲν θέσις, μία δὲ ἄρσις, αἵτινες μετροῦσι χρόνους δύο, συγκροτοῦσι τὸ μέτρον ὅπερ σημαίνεται διὰ τοῦ 2. Κρούομεν δὲ εἰς τοῦτο τὸ μέτρον ἅπαξ μὲν τὸ γόνυ, ἅπαξ δὲ τὸν ἀέρα. Ταυτίζεται δὲ τοῦτο τὸ μέτρον μὲ τὸν Προκελευσματικὸν πόδα· 0 1.

Μία μὲν θέσις, δύο δὲ ἄρσεις, αἵτινες μετροῦσι χρόνου τρεῖς, συγκροτοῦσι τὸ μέτρον ὅπερ σημαίνεται διὰ τοῦ 3. Κρούομεν δὲ εἰς τοῦτο τὸ μέτρον, ἅπαξ μὲν τὸ γόνυ, δὶς δὲ τὸν ἀέρα· 0 1 1· ἤ ἅπαξ μὲν τὸ γόνυ βραχέως, ἅπαξ δὲ τὸν ἀέρα μακρῶς, καὶ τότε ταυτίζεται τοῦτο μέτρον μὲ τὸν Ἴαμβον πόδα 0 1'.

Δύο μὲν θέσεις, δύο δὲ ἄρσεις, αἵτινες μετροῦσι χρόνους τέσσαρας, συγκροτοῦσι τὸ μέτρον ὅπερ σημαίνεται διὰ τοῦ 4. Κρούομεν δὲ εἰς τοῦτο τὸ μέτρον, δὶς μὲν τὸ γόνυ, δὶς δὲ τὸν ἀέρα. Ταυτίζεται δὲ τοῦτο τὸ μέτρον μὲ τὸν διπλοῦν προκελευσματικὸν πόδα· 0 0 1 1.

Δύο μὲν θέσεις, ἄρσεις δὲ τρεῖς, μετροῦσαι χρόνους πέντε, συγκροτοῦσι τὸ μέτρον ὅπερ σημαίνεται διὰ τοῦ 5. Κρούομεν δὲ εἰς τοῦτο τὸ μέτρον, δὶς μὲν τὸ γόνυ, τρὶς δὲ τὸν ἀέρα, πρὸς δεξιὰ, πρὸς ἀριστερὰ, καὶ πρὸς τὰ ἄνω· εἰδὲ κρούομεν θέσιν μακρὰν, θέσιν βραχεῖαν, καὶ ἄρσιν μακρὰν, ταὐτίζεται τοῦτο τὸ μέτρον μὲ τὸν πόδα, ὀνομαζόμενον Παίων διάγυιος 0' 0 1'.

Δύο μὲν θέσεις, ἄρσεις δὲ τέσσαρες μετροῦσι χρόνους ἕξ, συγκροτοῦσι τὸ μέτρον, ὅπερ σημαίνεται διὰ τοῦ 6. Κρούομεν δὲ εἰς τοῦτο τὸ μέτρον, δὶς μὲν τὸ γόνυ, τρὶς δὲ τὸν ἀέρα, πρὸς δεξιὰ πρὸς ἀριστερὰ, καὶ πρὸς τὰ ἄνω μακρῶς. Εἶναι προσέτι καὶ ἄλλα μέτρα εἰς τὴν χρῆσιν τῶν Εὐρωπαίων μουσικῶν, τὰ ὁποῖα ὀνομάζονται Σύνθετα [σημ. τὰ εὐρωπαϊκὰ σύνθετα μέτρα ἀντιστοιχοῦν στὸν συνεπτυγμένο ρυθμό, Μαργαζιώτης σ. 62]· ταῦτα ἐπειδὴ ἀχρηστοῦσι παρ' ἡμῖν, σιωπῶνται».

Εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ θεωρία αὔτη εἶναι αὐτὴ τῆς Εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς «τῶν Εὐρωπαίων μουσικῶν» (τὴν ὁποῖαν ἀσφαλῶς κατείχε ὁ Χρύσανθος) μὲ ἁπλὴ παράθεση παραδειγμάτων ἀρχαίας ἑλληνικῆς μουσικῆς ὅταν μιλάει γιὰ μέτρημα ποδῶν (τὸ ὁποῖο τὸ ἀνέφερε καὶ στὸ (β) ).

δ. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ' - Περὶ Ῥυθμῶν, σ. 78:

«Οἱ δὲ Ὀθωμανοὶ ἔχουσι ῥυθμοὺς τριάκοντα δύο σχεδὸν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους παρακαταλέγομεν δώδεκα τοὺς ἀπλουστέρους καὶ εὐχρηστοτέρους. Μεταχειρίζονται δὲ καὶ ἕτερα δύο σημεῖα, τὰ 2, 1-. Καὶ τὸ μὲν 2 φανερόνει δύο χρόνους βραχεῖς, θέσιν καὶ ἄρσιν· τὸ δὲ 1-, χρόνους βραχεῖς τέσσαρας· καὶ τὸ μὲν 2 προφέρεται τεκὲ, καὶ κρούει πρῶτον τὸ γόνυ τὸ δεξιὸν, ἔπειτα τὸ ἀριστερόν. Τὸ δὲ 1- προφέρεται τεέκ, καὶ κρούει πρῶτον τῇ ἀριστερᾷ τὸ ἀριστερὸν γόνυ, καὶ ἔπειτα ἀμφοτέροις ἀμφότερα· ὥστε 2 2 δύνανται ἕν 1-· ἀλλὰ τὸ μὲν 1- περαίνεται μὲ ἕνα ψόφον· τὰ δὲ δύο 2 2, μὲ τέσσαρας ψόφους».

Εἶναι σαφὲς ὅτι καὶ ἐδὼ ὀμιλεῖ ὁ Χρύσανθος περὶ τῆς ἐξωτερικῆς μουσικῆς, περὶ τῆς ὁποῖας -πρὸ τοῦ Χρυσάνθου- μίλησαν ὡς προαναφέραμε οἱ Παναγιώτης Χαλάτζογλου (Πρωτοψάλτης τῆς Μ.τ.Χ.Ε.), καὶ ὁ μαθητὴς του Κύριλλος Μαρμαρινός (Ἀρχιεπίσκοπος Τῆνου) [Popescu-Judetz & Sirli].

  

[Popescu-Judetz & Sirli]

 

*     *     *

Ἐρώτησις: Ἐγὼ λέω ὅτι ὁ Χουρμούζιος δὲν ἀναφέρει τίποτα περὶ καταμετρήσεως τοῦ χρόνου κατὰ ρυθμόν (εὐρωπαϊκῷ τῷ τρόπῳ, δες π.χ. Μαργαζιώτη, σ. 27-28), ἐπειδὴ ἔγραψε Εἰσαγωγικὸ Θεωρητικό. Τὶ ἔχεις νὰ πεῖς περὶ τούτου;

Ἀπάντησις:

Ἴσα-ἴσα, ἐπειδὴ εἶναι εἰσαγωγικὸ περιέχει τὰ εἰσαγωγικὰ τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς. Καὶ ὁ ρυθμός εἶναι τὸ κύριο εἰσαγωγικὸ στοιχεῖο κατὰ τὸν Μαργαζιώτη (σ. 26-27), καὶ τοὺς λοιποὺς σημερινοὺς ᾠδειακοὺς διδασκάλους τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς:

1. Ρυθμός, 2. Παραλλαγή, 3. Μέλος!

Τὸ ὅτι ὄχι μόνο δὲν ὀμιλεῖ περὶ ρυθμοῦ ὁ Χουρμούζιος, ἀλλὰ οὔτε καὶ φυσικὰ γιὰ ἄλλην καταμέτρησιν τοῦ χρόνου πέραν τῆς προαναφερθεῖσης (σ. 51), δείχνει σαφέστατα ὅτι οἱ παλαιοὶ ἔψαλλαν μὲ ἀπλὴ καταμέτρηση τοῦ χρόνου (ὡς παραδέχθηκε ὅτι διδάχθηκε καὶ ὁ Κων/νος Ψάχος). Δηλ. γιὰ τοῦς παλαιούς:

1. Χρόνος, 2. Παραλλαγή, 3. Μέλος.

Δὲς παρόμοια καὶ στὴν Κρηπίδα τοῦ Θεόδωρου Φωκαέως, καὶ στὸ Θεωρητικὸ τοῦ Χρυσάνθου ἀποκλειστικὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Μουσική (τοῦ 1821).

Μὴν ξεχνᾶμε -ἀναφερόμενοι στὸν Χρύσανθο- ὅτι δὲν ἦταν παρὰ ἕνας θεωρητικὸς τῆς Μουσικῆς (συμπεριλαμβανομένης τῆς Εὐρωπαϊκῆς καὶ τῆς Ἀραβοπερσικῆς), δὲς καὶ σ. 14, ὑποσ. 10, στὸ [Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος, Εἰσαγωγή..., κριτικὴ ἔκδοση Ἐμμανουὴλ Στ. Γιαννόπουλου, Θεσσαλονίκη, 2002]. Καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ Χρύσανθος προσυπογράφει ὡς «Διδάσκαλος τοῦ Θεωρητικοῦ τῆς Μουσικῆς».

 

*     *     *

Ἐρώτησις: Ὑπάρχουν ἐπίσης ἄλλες ἀπόψεις Καταμετρήσεως τοῦ Χρόνου στὰ ὑπόλοιπα θεωρητικὰ ποὺ ἀνέφερες;

Ἀπάντησις:

Μάλιστα, ὑπάρχουν πάμπολλες ὑπὲρ τῆς «εὐρωπαϊκῷ τῷ τρόπῳ» καταμέτρησης τοῦ Χρόνου, ἐξαιτίας τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Ῥυθμοῦ στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Μουσική.

 

*     *     *

Ἐρώτησις: Εἶναι δυνατὸν νὰ Ψάλλει κάποιος χωρὶς Χρόνο;

Ἀπάντησις:

1. Θεόδωρος Φωκαεύς, Κρηπίς (Θεσσαλονίκη 1912, ἀπὸ τὴν β' ἔκδοση τοῦ 1864. α' ἔκδοση 1842), σ. 29.

Οὐχὶ βέβαια· διότι ὅλα τὰ ὑποκείμενα τῆς Μουσικῆς καὶ πᾶν μέλος μὲ τὸ νὰ γίνωνται ὁμολογουμένως ἐν χρόνῳ, καὶ χωρὶς τοῦ χρόνου, ἐπειδὴ τίποτε δὲν συνίσταται, ἄρα ἡ ψυχὴ τῆς μουσικῆς εἶναι ὁ χρόνος.

 

*     *     *

Ἐρώτησις: Τὶ σημαίνει, «μετροῦν τὸν χρόνο κατὰ τὸν ρυθμό, τουτέστιν Εὐρωπαϊκῷ τῷ τρόπῳ»;

Ἀπάντησις:

1. Μετροῦν τὸν χρόνο, ἀνάλογα μὲ τὸν ἐκάστοτε «τονικὸ» ρυθμὸ τοῦ μέλους (εἰσαγόμενη πρακτικὴ ἐκ τῆς Δύσεως):

α. Ἰωάννου Δ. Μαργαζιώτη, Θεωρητικὸν Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς (Ἀθῆναι, χωρὶς ἡμερομηνία), σ. 28.

Ὅταν τὸ μέτρον περιέχῃ δύο χρόνους [ΠΔΠ: ρυθμὸς δίσημος] θὰ ἐκτελεσθῇ εἰς 2 κινήσεις [ΠΔΠ: ἡ ἀρχαῖα Παράδοσις, ὡς προαναφέραμε, μετρᾶ τὸ μέτρον δύο χρόνων σὲ 4 κινήσεις]. Ἡ πρώτη κίνησις διευθύνεται πρὸς τὰ κάτω καὶ ὀνομάζεται θέσις, ἡ δὲ δευτέρα πρὸς τὰ ἄνω καὶ ὀνομάζεται ἄρσις. Ἡ θέσις τονίζεται περισσότερον καὶ ὀνομάζεται ἰσχυρὸν μέρος τοῦ μέτρου. Ἡ ἄρσις τονίζεται ὀλιγότερον καὶ ὀνομάζεται ἀσθενὲς μέρος τοῦ μέτρου. [...]

β. Ὁ κ. Νεραντζῆς ἐπεξηγεῖ τὶς καταβολὲς αὐτῆς τῆς εἰσαγόμενης πρακτικῆς:

Δημήτριος Ἐμμ. Νεραντζῆς, Συμβολή στὴν ἐρμηνεία τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Μέλους (Ἠράκλειον Κρήτης 1997), σ. 191:

[...] Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ αἰώνα μας ἡ μουσική μας δανείστηκε ἀπὸ τὴν εὐρωπαϊκὴ τὸ γνωστὸ τρόπο ποὺ μετροῦμε τὸ 2σημο, 3σημο καὶ 4σημο ρυθμό. Ὁ Ἰούλιος Ἔνιγγ στὸ "ἐγχειρίδιο φωνητικῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς" στὸ κεφάλ. "περὶ ρυθμοῦ" (σελ. 10-14) γράφει ότι:

«Ὁ δίμετρος ρυθμὸς ἔχει θέσιν καὶ ἄρσιν. Ἕν ἰσχυρὸν καὶ ἕν ἀσθενὲς πάθος. Ὁ τρίμετρος ἔχει θέσιν, ἠμίαρσιν καὶ ἄρσιν. Ἕν ἰσχυρόν, ἕν ἀσθενές καὶ ἕν ἀσθενέστατον. Ὁ τετράμετρος ἔχει θέσιν, ἠμίαρσιν, δευτέραν ἠμίαρσιν καὶ ἄρσιν. Ἕν ἰσχυρὸν πάθος, ἕν ἀσθενές, ἕν ημιϊσχυρόν καὶ ἕν ἀσθενέστατον».

 

*     *     *

Ἐρώτησις: Μερικοὶ Ψάλτες ποὺ μετροῦν τὸν χρόνο Εὐρωπαϊκῷ τῷ τρόπῳ, κρατάνε την φωνή τους περισσότερο στὴν θέση. Τὶ σχόλια ἔχετε περὶ τούτου;

Ἀπάντησις:

1. Δημήτριος Ἐμμ. Νεραντζῆς, Συμβολή στὴν ἐρμηνεία τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Μέλους (Ἠράκλειον Κρήτης 1997), σ. 192:

Οἱ χτύποι στὸ μονὸ χρόνο εἶναι ἰσόχρονοι ἀντίθετα μὲ τὶς κινήσεις τῆς Εὐρωπαϊκῆς Μουσικῆς, ὅπου εἶναι ἀδύνατο νὰ πετύχεις παλμὸ λόγῳ τῆς ἰσχυρῆς θέσης καὶ τῆς ἀσθενοῦς ἄρσης.

2. Εὐθυμιάδης (Θεσσαλονίκη 1997), σ. 20.

Σὲ μιὰ μελωδία ὅλοι οἱ χρόνοι της πρέπει νὰ εἶναι ἀπολύτως ἴσης διαρκείας μεταξύ των.

 

*     *     *

Ἐρώτησις: Ποιὸς εἰσήγαγε τὸ «εὐρωπαϊκῷ τῷ τρόπῳ» μέτρημα τοῦ χρόνου στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Βυζαντινὴ Μουσική;

Ἀπάντησις:

Ὁ κ. Χαράλαμπος Καρακατσάνης [Βυζαντινὴ Ποταμηΐς, Τόμος Ζ', Κρατηματάριον (Ἀθῆναι 2000), σελ. xxxiv], ἀναφέρει:

Ὡς εἶναι γνωστόν, ὁ τρόπος δι' οὗ ἐψάλλοντο τὰ μαθήματα πρὸ τῆς χρήσεως τῶν ρυθμῶν, (ὅστις ρυθμὸς ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τῶν Νηλέως Καμαράδου καὶ Κωνσταντίνου Ψάχου), ἦτο ὁ τοῦ ἁπλοῦ χρόνου, καθ' ὃν ἕκαστος χρόνος ἦν αὐτοτελῆς ἔχων θέσιν καὶ ἄρσιν. Εἷς χρόνος = θέσις ¯ καὶ ἄρσις ­.  Ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ γοργοῦ ὁ πρῶτος φθόγγος ἐλαμβάνετο εἰς τὴν θέσιν ὁ δὲ ἕτερος, ὁ φέρων ἐπ' αὐτοῦ τὸ γοργόν, εἰς τὴν ἄρσιν.

 

*     *     *

Ἐρώτησις: Ὑπάρχει Ρυθμός καὶ Συνεπτυγμένος Ρυθμὸς (ἐκ Παραδόσεως) στὴν Ἐκκλησιαστική Βυζαντινή Μουσική;

Ἀπάντησις:

1. Παναγιώτης Γ. Πελοπίδας (μαθητὴς τῶν Τριῶν Διδασκάλων, καὶ ἐκδότης τοῦ Μεγ. Θεωρητικοῦ τοῦ Χρυσάνθου.

Ἀπευθυνόμενος στοὺς συναδέλφους Ἱεροψάλτες τῆς ἐποχῆς του, παρουσιάζοντας τὸ Μέγα Θεωρητικὸ τοῦ Χρυσάνθου, λέγει :

«Μάθετε εἰς τὸ ἐξῆς τὶ εἶναι Ῥυθμὸς, τὶ εἶναι Ποὺς καὶ Μέτρον [...],
καὶ μὴν ἀπορεῖτε πλέον εἰς τὴν σημασίαν τῶν τοιούτων λέξεων»
.

Καὶ παρακάτω ἐμμέσως πλὴν σαφῶς δίνει τὸν ὀρισμὸν τοῦ τέλειου Ψάλτου (οὔτε λόγος περὶ Ρυθμῶν καὶ συναφῶν):

«Πολλοὶ ἐκ τῶν Μουσικῶν μας (σημ. Ἱεροψαλτῶν),
ἐπειδὴ ἔφθασαν νὰ γένωσιν ἐγκρατεῖς
τῆς ἀκριβοῦς τοῦ Χρόνου Καταμετρήσεως,
καὶ τῆς γνώσεως παντὸς Φθορᾶς διαστήματος
,
(τὸ ὁποῖον εἶναι τῷ ὄντι ἀξιέπαινον εἰς ἕκαστον Μουσικὸν,
ὅταν φθάσῃ νὰ γίνῃ ἐγκρατὴς τῶν δύο)
νομίζουν ὅτι εἶναι καὶ τέλειοι Μουσικοί»

 

2. Κωνσταντῖνος Ψάχος, στὸν λόγο του περὶ ρυθμοῦ στὰ 1899:

«Γνωρίζω ὅτι πολλοὶ συνάδελφοί μου
θὰ ἐκπλαγῶσιν ἀκούοντες ρυθμοὺς εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ὐμῶν,
νομίζοντες ὅτι
ταῦτα ψάλλονται δι' ἁπλῆς καὶ μόνης καταμετρήσεως τοῦ χρόνου.
Καὶ ἐγὼ αὐτός -τὸ ὀμολογῶ- οὑτωσὶν ἐδιδάχθην
καὶ οὔτως ἐπίστευον ἐπὶ πολὺν καιρόν,
ὅτι τὰ μέλη ἡμῶν ψάλλονται διὰ κρούσεως
πάντων ἀνεξαιρέτως τῶν χρόνων,
ἄνευ διακρίσεως δυνατοῦ καὶ ἀδυνάτου»

3. Ἀπόστολος Λ. Βαλληνδρᾶς στὸν πρόλογο τοῦ Ἀναστασιματαρίου ἐκδ. «ΖΩΗ»:

«Διὰ τοὺς μὴ ἐθισμένους (sic) εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ τονικοῦ ρυθμοῦ»

4. Ἀγαθάγγελος Κυριαζίδης (ἀπὸ τοὺς πλέον εἰδήμονες στους ρυθμοὺς καὶ τὰ συναφῆ) [«Ὁ Ρυθμογράφος», σ. 26]:

«Τὰ πλεῖστα δὲ ᾄσματα τῆς Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς εἰσιν ἄρρυθμα ἔχοντα ἁπλῶς μόνον χρόνον».

5. Δημήτριος Ἰωαννίδης (Δομέστικος ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν τοῦ Ἄρχοντα Πρωτοψάλτη τῆς Μ.τ.Χ.Ε. Θρασυβούλου Στανίτσα) καὶ Ἄρχοντας Πρωτοψάλτης τῆς Ἀρχιεπ. Κων/πόλεως, [«Ἡ Θεωρία τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς...», σ. 123]

«Τὰ συστατικὰ τοῦ ρυθμοῦ εἶναι οἱ χρόνοι, τὰ μέτρα (πόδες) καὶ ἡ ρυθμικὴ ἀγωγή. Αὐτὰ ὅλα βέβαια καὶ ἐδὼ ζητοῦμε συγγνώμη ἐὰν γινόμαστε κουραστικοί, ἰσχύουν ΜΟΝΟ γιὰ τὴν κοσμικὴ μουσικὴ καὶ ὄχι γιὰ τὴν Ἐκκλησιαστική. Ἐδὼ ἀναφέρονται, γιατὶ βάσει αὐτῶν τραγουδᾶμε τὰ δημοτικά μας τραγούδια, μὲ τὴν ἴδια πάντα βεβαίως μουσική. Τὴ Βυζαντινή. Στὸν Ἐκκλησιαστικὸ ὅμως χώρο καὶ τὸ ξαναλέμε γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, ΔΕΝ ὑπάρχουν ρυθμοί, πόδια καὶ ρυθμικὲς ἀγωγές. Ὑπάρχει μόνο θέσις-ἄρσις (1 χρόνος) γιὰ κάθε χαρακτῆρα ποσότητος. Τὸ ἂν χρησιμοποιοῦμε τὸν δίσημο, τὸ κάνουμε μόνο καὶ μόνο, γιὰ νὰ μὴ χτυπᾶμε τὸ χέρι μας (κρατῶντας τὸ χρόνο) πολὺ γρήγορα σὰν ταμπούρλο, ὅταν ψάλλουμε σύντομα μαθήματα. Δανειστήκαμε λοιπὸν τὸν δίσημο καὶ κατ' ἀνάγκη τὸν τρίσημο ἀπὸ τὴν κοσμικὴ μουσική, γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουμε τὶς ἀνάγκες τῆς Θείας Λατρείας μας καὶ ὄχι γιὰ νὰ μπασταρδέψουμε τὴ Μουσική μας».

6. Θρασύβουλος Στανίτσας (ἀπὸ συνέντευξη, Φεβρ. 1987 - Χρήστος Ἀ. Τσιούνης):

«ποὺ τὸν βρήκανε τὸν συνεπτυγμένο;
σὲ ποιὸ θεωρητικὸ γράφει περὶ συνεπτυγμένου; σὲ κανένα.
αὐτὸ εἶναι εὐρωπαϊκῆς φύσεως... κατασκεύασμα. τὶ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐμᾶς;»
.

[Σημ. Ὁ Ἄρχοντας προφανῶς δὲν ἐγνώριζε τὸ θεωρητικὸν τοῦ Μαργαζιώτη, ποὺ γαλούχησε γενεὲς Ἱεροψαλτῶν...]

7. Χρύσανθος (Θεωρητικόν Μέγα τῆς ΜουσικῆςΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η' - Περὶ Μέτρων, σ. 72, 73):

«Εἶναι προσέτι καὶ ἄλλα μέτρα εἰς τὴν χρῆσιν τῶν Εὐρωπαίων μουσικῶν,
τὰ ὁποῖα ὀνομάζονται Σύνθετα
[σημ. τὰ εὐρωπαϊκὰ σύνθετα μέτρα ἀντιστοιχοῦν στὸν συνεπτυγμένο ρυθμό, Μαργαζιώτης σ. 62
ταῦτα ἐπειδὴ ἀχρηστοῦσι παρ' ἡμῖν, σιωπῶνται
».

8. Ἀπουσία καθέτων γραμμῶν.

Ἔστω σοι, καὶ ὡς μεγαλυτέρα ἀπόδειξις τὸ γεγονός ὅτι οὐδένα τῶν κλασσικῶν ἔγκριτων μουσικῶν βιβλίων (καὶ τῶν Τριῶν Διδασκάλων) ἔχει τὶς εἰσαχθεῖσες παρὰ τῷ Ψάχῳ κάθετες γραμμὲς τῆς Εὐρωπαϊκῆς Μουσικῆς (πολλῷ μᾶλλον δὲν ἔχουν σημειωμένους συνεπτυγμένους ρυθμοὺς ὅπερ ἐστι νέον τυπογραφικὸν ἐφεύρημα). Ἀκόμη καὶ ὁ Μουσικὸς Θησαυρὸς τοῦ Ἑσπερινοῦ, τυπωμένος τὸ 1935, μόνο ἕναν ὕμνο ἔχει μὲ κάθετες γραμμὲς καὶ ἀναφέρει στὰ περιεχόμενα διὰ νὰ δείξει τὴν καινοτομία: «διῃρημένον εἰς πόδας».

Καὶ ὁ Κυριαζίδης λέει γιὰ τὶς κάθετες γραμμές, σ. 15: «Κυρίως αἱ κάθεται γραμμαὶ δὲν πρέπει νὰ γράφωνται εἰς τὴν ἡμετέραν Παρασημαντικὴν καὶ μάλιστα εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ ᾄσματα καθόσον καταστρέφεται τὸ ρέον μέλος· [...] Περιττὸν δὲ τὸ χωρίζειν τὰ ἐκκλησιαστικὰ ᾄσματα εἰς ποικίλους ρυθμικοὺς πόδας, δηλ. δισήμους, τρισήμους, τετρασήμους, πεντασήμους, ἑξασήμους, ἑπτασήμους καὶ ἄλλους ἀναμίξ· διότι τὸ τεμάχιον τοιουτοτρόπως δὲν διαιρεῖται εἰς κανονικοὺς ρυθμικοὺς πόδας καὶ ἑπομένως ἡ διαίρεσις αὕτη δὲν δύναται νὰ ὀνομάζηται ρυθμός».

Χειρόγραφα. Ὑπάρχουν δύο χειρόγραφα ποὺ λένε ὅτι εἶναι τοῦ Χρυσάνθου καὶ τοῦ Γρηγ. Πρωτοψάλτου χωρισμένα σὲ κάθετες γραμμές (ἀνά τέσσερις χρόνους). Τὰ ἐπικαλοῦνται αὐτά, διὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι ὑπῆρχαν κάθετες γραμμὲς στὴν Βυζαντινὴ Μουσική! Τοὺς διαψεύδει ὅμως ἡ μουσικολογικὴ ἐπιστήμη, καθότι αὐτὲς οἱ γραμμὲς εἶναι ἀποδεδειγμένο ὅτι εἶναι τῆς Εὐρωπαϊκῆς Μουσικῆς (ἀκόμη καὶ ὁ Ψάχος τὸ παραδέχεται). Γιὰ αὐτὰ τὰ δύο χειρόγραφα ἀναφέρεται καὶ ὁ Ψάχος στὸ ἄρθρο του περὶ τοῦ Ρυθμοῦ, σ. 55: «καὶ ἐν ἰδιαιτέροις αὐτῶν χειρογράφοις, ὡς κατιόντως θέλω ὑμῖν ἐπιδείξει, ἔκοψαν τὰ μέλη διὰ γραμμῶν καθέτων, δηλ. κατὰ ρυθμόν, ἂν καὶ ἐνιαχοῦ ἐσφαλμένως» [ ΕΒΕ ΜΠΤ 716, ἀπὸ analogion.com ].

Ἐμεῖς νὰ ποῦμε ὅτι φυσικὸ εἶναι νὰ χωρίσανε ὀλίγα τινά διότι τότε «ψαχνόντουσαν» μὲ τίς ...θεωρίες. Ὅταν ὅμως κάποιος ἐρευνητὴς στὴν ἔρευνά του πάνω δουλεύει πάνω στὸ πρόχειρό του χειρόγραφο καὶ φυσικὰ ἐρευνᾶ διάφορες θεωρίες, αὐτὸ ποὺ δημοσιεύει δὲν εἶναι τὰ χειρόγραφα, ἀλλὰ τὸ ἔντυπο βιβλίο ἢ ἄρθρο του, τὸ ὁποῖο καὶ ἀντικατοπτρίζει τὴν κατασταλαχθεῖσα γνώμη/ἔρευνά του. Ἔτσι καὶ ἐδὼ βλέπουμε ὅτι ὅλα τὰ μουσικὰ βιβλία τῶν Τριῶν Διδασκάλων οὐδεμία κάθετη γραμμὴ περιέχουν.

Ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ πρακτικὴ δουλειὰ τοῦ Χρυσάνθου ἦταν (ὡς ἀναφέρει ὁ Γ. Παπαδόπουλος), «νὰ μελίσει διὰ τῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς, διάφορα μουσουργήματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡμῶν μουσικῆς, διὰ δὲ τῶν ἡμετέρων χαρακτήρων διάφορα μαθήματα τῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς»! Τὸ πρωτότυπο (τῷ ὄντι) αὐτὸ πρακτικό ἔργο τοῦ Χρυσάνθου (λέγει ὁ Παπαδόπουλος), «ἔγινε παρανάλωμα τοῦ πυρὸς κατά τινα πυρκαϊάν».

9. Δὲς ἐπίσης, τὰ ἄρθρα «Ὑπάρχει Ρυθμὸς στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Βυζαντινὴ Μουσική;» καὶ «Πῶς ἔψελναν οἱ παλαιοὶ Ἱεροψάλτες; Κατὰ ρυθμόν ἢ κατὰ χρόνον;»
 

*     *     *

Ἀναφορές

  1. Χρυσάνθου Ἀρχιεπ. Διρραχίου τοῦ ἐκ Μαδύτων, Εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Θεωρητικὸν καὶ Πρακτικὸν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, 1821.

  2. Χρυσάνθου Ἀρχιεπ. Διρραχίου τοῦ ἐκ Μαδύτων, Θεωρητικὸν Μέγα τῆς Μουσικῆς, Τεργέστη 1832 (ἀνατύπ. ἐκδ. Κουλτούρα) - ὁ Πελοπίδας ποὺ ἀνέλαβε τὴν ἐκτύπωση τοῦ Μεγάλου Θεωρητικοῦ ἀναφέρει ὅτι τὸ ἔλαβε πρὸ δώδεκα ἐτῶν· ὁ κ. Ἐμμανουὴλ Στ. Γιαννόπουλος ἀναφέρει ὅτι τὸ θεωρητικὸν αὐτὸ φαίνεται νὰ ἦταν ἔτοιμο λίγο πρὶν τὸ 1816.

  3. Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος, Εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Θεωρητικὸν καὶ πρακτικὸν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς (1829), κριτικὴ ἔκδοση Ἐμμανουὴλ Στ. Γιαννόπουλου, Θεσσαλονίκη, 2002.

  4. Θεοδώρου Φωκαέως, Κρηπίς τοῦ Θεωρητικοῦ καὶ Πρακτικοῦ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς πρὸς χρῆσιν τῶν σπουδαζόντων αὐτήν, ἐκδ. Θεσσαλονίκη 1912 (ἀπὸ τὴν β' ἔκδοση τοῦ 1864. α' ἔκδοση 1842), ἀνατύπ. Ἀθῆνα 2005, Ὄμιλος Ἑλληνικῶν Τεχνῶν.

  5. Ἀγαθαγγέλου Κυριαζίδου, Ὁ Ρυθμογράφος ἤτοι ὁ Χρόνος, τὸ Μέτρον καὶ ὁ Ρυθμός ἐν τῇ Καθόλου Μουσικῇ καὶ τῇ Ποιητικῇ μετὰ Παραρτήματος Ἀσματικοῦ, Κωνσταντινούπολις 1909.

  6. Παναγιώτου Ἀγαθοκλέους, Θεωρητικὸν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, 1855, ἀνατύπ. ἐκδ. Ἐπέκταση 2002.

  7. Κυριακοῦ Φιλοξένους τοῦ Ἐφεσιομάγνητος, Θεωρητικὸν Στοιχειώδες τῆς Μουσικῆς, Κωνσταντινούπολη 1859 (ἀνατύπ. ἐκδ. Π. Πουρνάρα).

  8. Μισαὴλ Μισαηλίδου, Νέον Θεωρητικόν, ἐν Ἀθῆναις 1902.

  9. Δημητρίου Ἐμμ. Νεραντζῆ, Συμβολή στὴν ἐρμηνεία τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Μέλους, Ἠράκλειον Κρήτης, 1997.

  10. Ἀβραὰμ Χ. Εὐθυμιάδη, Μαθήματα Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, ἔκδ. Δ', Θεσσαλονίκη 1997.

  11. Δ. Γ. Παναγιωτόπουλου, Θεωρία καὶ Πράξις τῆς Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, ἔκδοσις 6η, Ἀθῆναι 1997,  "ΣΩΤΗΡ" (α' ἔκδοσις 1947, "ΖΩΗ").

  12. Δημητρίου Ἰωαννίδη, Ἡ Θεωρία τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς στὴν Πράξη, Ἀθῆναι 2005.

  13. Πρωτοπρ. Σπ. Στ. Ἀντωνίου, Τὸ Εἱρμολόγιον καὶ ἡ Παράδοση τοῦ Μέλους του, Διδακτορικὴ Διατριβὴ ὑποβληθεῖσα στὸ Τμῆμα Κοινωνικῆς Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἴδρυμα Βυζαντινῆς Μουσικολογίας, Μελέται 8, ἐκδίδει ὁ Γρ. Θ. Στάθης, Ἀθῆναι 2004.

  14. Ἰωάννου Δ. Μαργαζιώτη, Θεωρητικὸν Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς (Ἀθῆναι, χωρὶς ἡμερομηνία).

  15. Κωνσταντίνου Ψάχου, Περὶ τοῦ ρυθμοῦ ἐν τοῖς ἄσμασι τῆς Ἐκκλησίας, Παράρτημα Ἐκκλησιαστικῆς Ἀλήθειας, τεῦχος α', Κωνσταντινούπολις 1900.

  16. Ἀστέριος Κ. Δεβρελῆς, Πηδάλιον Βυζαντινῆς Μουσικῆς - Μέθοδος, Θεσσαλονίκη 1989.

  17. Ἀστέριος Κ. Δεβρελῆς, Πηδάλιον Βυζαντινῆς Μουσικῆς - Πρόγραμμα ταχύρρυθμης ἐκμάθησης τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, Θεσσαλονίκη 1990.

  18. Χαράλαμπος Καρακατσάνης, Βυζαντινὴ Ποταμηΐς, Τόμος Ζ', Κρατηματάριον (Ἀθῆναι 2000).

  19. Μανόλης Κ. Χατζηγιακουμῆς, Μνημεῖα Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, Ἀνθολογία Ὀγδόη, Ἀθήνα 1999.

  20. Παναγιώτη Δ. Παπαδημητρίου, Πῶς ἔψελναν οἱ παλαιοὶ Ἱεροψάλτες; Κατὰ ρυθμόν ἢ κατὰ χρόνον; (3/7/2006, ἔκδ. 1.0).

  21. Eugenia Popescu-Judetz & Adriana Ababi Sirli, Sources of 18th Century Music - Panayiotes Chalatzoglou and Kyrillos Marmarinos' Comparative Treatises on Secular Music, Jan. 2000, ISBN: 975-8434-05-5.

  22. Habib Hassan Touma, The music of the Arabs, Amadeus Press, 1996/2003 (ISBN: 1-57467-081-6).

*     *     *

Παρακαλοῦμε ἐπικοινωνῆστε γιὰ τυχὸν σχόλια.

Ἀρχικό: 23/12/2005
Τρέχουσα (πρόχειρη) ἔκδοση 0.73: 16/2/2008
ἀποθηκευμένες (pdf) πρόχειρες ἐκδόσεις: 0.1, 0.2, 0.3, 0.5, 0.7
panayiotis@analogion.net